
ВЛАСТЬ И УПРАВЛЕНИЕ государство — κράτος — κράτος — κράτος власть — εξουσία — εξουσία — εξουσία сильная (о власти) — ισχυρός — ισχυρός — ισχυρός наследственная — κληρονομική — κληρονομική — κληρονομική гегемония, владычество — ηγεμονία — ηγεμονία — ηγεμονία фигуры власти — πολιτείες — πολιτείες — πολιτείες правители — κυβερνώντες — κυβερνώντες — κυβερνώντες чиновник — αξιωματούχος — αξιωματούχος — αξιωματούχος лидер — ηγέτης — ηγέτης — ηγέτης король — βασιλιάς — βασιλιάς — βασιλιάς управлять — διοικώ — διοικώ — διοικώ основатель — θεμελιωτής — θεμελιωτής — θεμελιωτής военный — στρατιωτικός — στρατιωτικός — στρατιωτικός войска — στρατεύματα — στρατεύματα — στρατεύματα армия — στρατός — στρατός — στρατός содержание — συντήρηση — συντήρηση — συντήρηση налоги — φόροι — φόροι — φόροι начало (правления, войны) — έναρξη — έναρξη — έναρξη доходы — έσοδα — έσοδα — έσοδα государственные доходы — έσοδα του κράτους — έσοδα του κράτους — έσοδα του κράτους восстание — εξέγερση — εξέγερση — εξέγερση волнения — ταραχές — ταραχές — ταραχές беспорядки — έκτροπα — έκτροπα — έκτροπα под контролем — υπό τον έλεγχο — υπό τον έλεγχο — υπό τον έλεγχο несправедливости — αδικία — αδικία — αδικία вызвать — προκαλώ — προκαλώ — προκαλώ падение (государства) — πτώση — πτώση — πτώση изгнание — έξωση — έξωση — έξωση при любых условиях — υπό οποιεσδήποτε συνθήκες — υπό οποιεσδήποτε συνθήκες — υπό οποιεσδήποτε συνθήκες эффективный способ — αποτελεσματικός τρόπος — αποτελεσματικός τρόπος — αποτελεσματικός τρόπος против — εναντίον — εναντίον — εναντίον запрет — απαγόρευση — απαγόρευση — απαγόρευση фактор — παράγοντας — παράγοντας — παράγοντας границы — σύνορα — σύνορα — σύνορα враждебная атмосфера — εχθρικό κλίμα — εχθρικό κλίμα — εχθρικό κλίμα нарушители закона — παραβάτης — παραβάτης — παραβάτης интересы — συμφέροντα — συμφέροντα — συμφέροντα обеспечивать, гарантировать — διασφαλίζω — διασφαλίζω — διασφαλίζω вызывать (конфликт) — προκαλώ — προκαλώ — προκαλώ наносить вред — πλήττω — πλήττω — πλήττω следовать, возникать — προκύπτω — προκύπτω — προκύπτω соблюдать — τηρώ — τηρώ — τηρώ является — αποτελεί — αποτελεί — αποτελεί является частью — αποτελεί μέρος — αποτελεί μέρος — αποτελεί μέρος рассмотреть — εξετάζω — εξετάζω — εξετάζω обманывать — εξαπατώ — εξαπατώ — εξαπατώ управлять — διοικώ — διοικώ — διοικώ побеждать — ηττώ — ηττώ — ηττώ обеспечивать — διασφαλίζω — διασφαλίζω — διασφαλίζω обличать — στηλιτεύω — στηλιτεύω — στηλιτεύω

