
Μου είπαν πως ετοίμασες βαλίτσες της φυγής, πως σ' άλλη αγκαλιά, πηγαίνεις να κρυφτείς. Κάποιοι μου το ψιθύρισαν, σε μια γωνιά – στο δρόμο και ράγισε η καρδιά μου, στου χωρισμού τον πόνο. Το έμαθα από τρίτους, το έμαθα τυχαία, πως η δική μας η γιορτή δεν είναι πια ωραία. Με φήμες και με ψίθυρους το τέλος έχει φτάσει, πριν η δική σου, η φωνή, να με καταδικάσει. Γιατί δεν ήρθες να το πεις; Γιατί τόση σιωπή; Η φήμη καίει σαν φωτιά – σκοτώνει η ντροπή. Τ' ακούσματα με πλήγωσαν, τ' άσχημα τα μαντάτα, πως «χάθηκες» σε σκοτεινά, σ' άγνωστα μονοπάτια. Δεν είχες θάρρος νά το πεις, να μέ κοιτάς στα μάτια, και η καρδιά μου έγινε, χίλια μικρά κομμάτια. Το είπανε οι τοίχοι, το είπαν τα στενά, πως η δικήσου αγάπη, πουλιέται στα φτηνά. Στο "ράδιο" του δρόμου, παίζει η καταστροφή μου, πως φεύγεις και αφήνεις, ερείπιο τη ζωή μου. Γιατί δεν ήρθες να το πεις; Γιατί τόση σιωπή; Η φήμη καίει σαν φωτιά – σκοτώνει η ντροπή. Δεν περιμένω λέξη πια, τό 'μαθα το γραφτό, μέσα από ξένα λόγια, βρέθηκα στον γκρεμό. Κι αφού το είπανε πολλοί, το πήρε το αγέρι, Θα γίνει η προδοσία σου για μένα το μαχαίρι. Γιατί δεν ήρθες να το πεις; Γιατί τόση σιωπή; Η φήμη καίει σαν φωτιά – σκοτώνει η ντροπή...

