Πεινάω, όχι για ψωμί, μα για κάτι που δεν έχει όνομα. Κάτι που δεν μασιέται, δεν καταπίνεται, δεν τελειώνει. Μια δίψα χωρίς νερό, μια κραυγή χωρίς ήχο, ένα άδειο χέρι που ζητά να κρατήσει ό,τι δεν κρατιέται. Γεμίζω το στόμα μου με γεύσεις, με σάλτσες, με σιωπές. Μα πάντα κάτι λείπει. Μια μπουκιά ακόμα. Ένα ακόμα «ναι» σε ένα σώμα που λέει «όχι». Ένα ακόμα πιάτο για να ξεχάσω πως δεν ξέρω τι ζητάω. Η λαιμαργία δεν είναι φαγητό· είναι τρόπος να ξεχνάς. Να ξεγελάς το κενό με σοκολάτα και κρασί. Να κάνεις πως δεν βλέπεις πως αυτό που λείπει δεν είναι στο πιάτο, ούτε στο ποτήρι, ούτε στο στόμα. Είναι στην καρδιά που δεν έμαθε να λέει «αρκετά». Έτρωγα για να σωπάσει η φωνή που έλεγε: «Δεν είσαι αρκετός». Έπινα για να πνίξω το βάρος του ανείπωτου. Μα όσο έτρωγα, τόσο πεινούσα. Και κάθε γεύμα ήταν μια προσευχή χωρίς Θεό, ένα φιλί χωρίς στόμα, μια αγκαλιά χωρίς σώμα. Και κάθε βράδυ, μετά το φαγητό, έμενα μόνος με το ίδιο ερώτημα: «Γιατί ακόμα πεινάω;» Και το σώμα μου βάραινε, μα η ψυχή μου έμενε άδεια — σαν τραπέζι στρωμένο χωρίς καλεσμένους. Μια μέρα, σε ένα τραπέζι απλό, με λίγο ψωμί και δυο μάτια απέναντι, ένιωσα χορτάτος. Όχι από φαγητό — από παρουσία. Από το βλέμμα που με είδε χωρίς να με καταναλώσει. Από τη σιωπή που δεν ζητούσε να γεμίσει. Κι έτσι έμαθα πως η λαιμαργία δεν νικιέται με νηστεία, μα με ευχαριστία. Με το να λες: «Αυτό φτάνει. Αυτό μου αρκεί. Αυτό είναι αγάπη.» Και τώρα, όταν πεινάω, δεν ψάχνω γεύσεις, ψάχνω φως. Όταν χορταίνω, δεν είναι από τροφή, είναι από κάποιον που με βλέπει και μένει.