
Με το ξίφος μου στον ώμο, πήρα τον μακρύ τον δρόμο, ...σκοτεινό μονοπάτι, του απόκρυφου διαβάτη... Φήμες λένε για μια κρύπτη, άκρως μυστική... Καλυμμένη από βρύα, δέντρα και ...καπή! Με ρωτάς αν τούτο στέκει, και ευθύς σου απαντώ, πως αυτό το πουροστέκι, θα το καθαρίσω εγώ. Με σπαθί και φωτιά, ιερή σαν τον Παΐσιο, θα ξεκάνω μια γρια, ζωντανή απ' το Ορδοβίσιο. Πριν φωνάξεις για βοήθεια, πριν βαθιά να με μισήσεις, μάθε μόνο πως αυτή, είναι μάγισσα της σήψης. Ο θεός, που με έχει φέρει, σε ετούτο το κατώφλι, απαιτεί να εξαγνίσω, το κακό να εξαφανίσω. Σπάω την πόρτα με κλωτσιά, φωνάζει η νοσοκόμα, "τι κάνεις ρε ανώμαλε;" ...κλειστό εγώ το στόμα. Διαισθάνομαι την φάουσα, τη μιαρή της ψώρα, Και στο δωμάτιο αυτής, Μπουκάρω όλο φόρα. Με σπαθί και φωτιά, ιερή σαν τον Παϊσιο, θα ξεκάνω μια γριά, ζωντανή απ' το Ορδοβίσιο. "Τι θες, παιδάκι μου, γλυκο;" Με γλυκοχαιρετάει. Μα τα ενστικτα μου εμένανε δε μου τα ξεγελάει. Ορμάω αμέσως πάνω της, το ξίφος υψωμένο, Να εξορκίσω το κακό, με ξόρκι ευλογημένο. Δίχως μεγάλη αντίσταση, το ξίφος της καρφώνω, κατάστηθα, μεσ την καρδιά με μίσος της το χώνω. Σωριάζεται, η απαίσια, στο πάτωμα σαν σάκος, ουρλιάζει σαν την ύαινα, σαν λαβωμένος δράκος. Ξάφνου μες στο δωμάτιο, βρίσκεται η νοσοκόμα, και τρίβοντας τα μάτια της, αντίκρυσε το πτώμα. "Τι έκανες παλιάνθρωπε;" Ούρλιαξε θυμωμένη, "Μα, η γιαγιά τι σου 'φταιξε; καλή ήταν η καημένη..." Η αποστολή μου τέλειωσε, Το κτήνος εσφαγιάσθει, Και ο μόνος άξιος κριτής, Θα με καθαγιάσει... Τότε το βλέμμα μου έπεσε, σε ένα κομποσκοίνι, στα χέρια που είχε η γιαγιά, σφιχτά, σαν ηρωίνη. Μου κόπηκαν τα ήπατα, κατάλαβα το λάθος, όμως το παραλήρημα, συνέχισα με πάθος. Την έκανα με ελαφρά, μήπως και τη γλιτώσω, δεν πάω εγώ ισόβια, για την κυρά τη Φρώσω. "Ναι ρε, το είδα που το έγραφε στο κρεβάτι της το όνομα της... Αλήθεια, δεν το είπα απλά για να κάνει ρίμα... Χα χα χα!"

