
πες μου — μπορεί άραγε
Από το δεν-μπορεί — πες μου — μπορεί άραγε να γίνει αλλιώς, ή μόνο έτσι γίνεται, πως δεν μπορεί αλλιώς, παρά δεν μπορεί; Να σου πω πια «αντίο», θα το ’λεγα, μα μέσα μου ουρλιάζει το δεν μπορεί! γιατί τα μαλλιά σου, η μύτη σου, το στόμα και τα μάτια σου — γιατί θα γίνω πάλι αυτός, αχ, θα γίνω ξανά, εκείνο το διωγμένο απ’ την αγέλη, πληγωμένο, χωρίς μικρό, χωρίς το θηλυκό του, ένα άγριο ζώο, που γαληνεύει μόνο όταν το βρίσκει το τέλος στην κάννη του όπλου. Μα ήρθε το βράδυ — κι ένα τέτοιο βράδυ, που ξαναβρήκα το πρόσωπό σου και το χέρι σου, κι ο ένας στου άλλου το στόμα κλάψαμε: Δεν μπορεί, να ’ναι μόνο έτσι, να μην μπορεί αλλιώς! και τα μαλλιά σου, η μύτη σου, το στόμα και τα μάτια σου. Κι εγώ που νόμιζα πως ξυπνώ για να ζήσω, πάλι εδώ είμαι, πάλι ανάμεσα σ’ αυτούς τους παγωμένους τοίχους, πάλι στο δεν μπορεί. Τρέμει η καρδιά, χτυπά τα δευτερόλεπτα, τα χτυπά — όχι, όχι, όχι, δεν μπορεί! Κι αν βγω στον δρόμο, έτσι βαδίζω: διασχίζοντας ποτάμια, λαχανιάζοντας βουνά, γιατί υπήρξαν ποτάμια και υπήρξαν βουνά, και υπήρξαν χρόνια, υπήρξαν άνθρωποι, και τι άλλο υπήρξε! τι υπήρξε! κι ύστερα — μια καλοκαιρινή στιγμή σε μια αυλή του Δεκέμβρη — η γέρικη ελπίδα… κι υπήρξαν πρωινά, που ξυπνούσα μαζί σου, δίπλα σου, και τα μαλλιά σου, η μύτη σου, το στόμα και τα μάτια σου, και το πουκάμισο, και ο ώμος, και το χέρι σου στο πάπλωμα… Έτσι μιλά ο λόγος, σαν τη μνήμη — δεν έχω πια άλλες λέξεις, κι ούτε μπορεί να έχω.

