
Με σιδερένια στολή μπροστά μου στέκει ο θάνατος, σιωπηλός και θλιμμένος εκεί· το κρύο του φιλί δεν ταράζει πολύ το στήθος που στενάζει μέσα μου εκεί. Ένας κρότος — κι η ζωή πια δεν ζει, όνειρο φεύγει, στο χθες χάνεται εκεί· δεν την κρατά, την πούλησε πια ο έρωτας που έκαιγε δυνατά εκεί. Μπροστά μου στέκει — τον λαιμό μου αρπάζει! – Σωτήρας κανείς; – κανείς δεν φωνάζει… δεν περιμένει πια, κι εγώ; φεύγω ξανά, τη ζωή μου θρηνώντας — και χάνομαι μακριά.

