
Μία μαύρη τρύπα αντίκρισα σε μία κοιλάδα με αίμα, το βάθος της αμέτρητο δεν είχε ορισθεί μαύρα πουλιά πετούσανε από πάνω μανιασμένα κι ολούθε εσκορπίζανε του Χάρου τη βουή Ο θάνατος καθότανε στο θρόνο του χαιρόταν ο κουρνιαχτός απλώνονταν κι ο μαύρος συρφετός ο ουρανός πνιγότανε στις φλόγες και τα αστέρια καιγότανε κι ανέβαινε στη γή ο πυρετός

