
Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κι εγώ την φύσι λίγο. Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη· όλα ωραία και μεγάλα φωτισμένα. A reggeli tenger és a felhőtlen ég, ragyogó bíbor és sárga part; minden szép és nagy, fényben fürdik. Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά (τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα)· κι όχι κι εδώ τες φαντασίες μου, τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής. Itt álljak meg. Hadd ámítsam magam azzal, hogy ezeket látom – hiszen valóban láttam őket egy pillanatban, amikor először megálltam itt –; s ne lássam itt is képzelgéseimet, emlékeimet, a gyönyör képeit.

