
Στη Βαλκανική σαν πάτησε του Τούρκου η ορδή, σήκωσαν οι Έλληνες όπλα και λευτεριά κραυγή. «Αφέντη δε δεχόμαστε, μηδέ σπαθί σκλαβιάς, φυλάμε νύχτα μέρα μας τη φλόγα της καρδιάς!» Κι ήταν κι οι κλέφτες στα βουνά, που δεν δεχτήκαν ζυγό, στα λημέρια με τα όπλα, ζωή δίχως ψωμί γλυκό. Με μπαϊράκι κι αρχηγό, τη λευτεριά κρατούσαν, και στο λαό τ’ ανάστημα, σαν ήρωες φαινούσαν. Οι Τούρκοι τότε σκέφτηκαν, να βρουν Έλληνες σκληρούς, κι έκαμαν αρματολούς, φύλακες του λαού. Μα γρήγορα αλλάζανε, και γίνονταν ξανά, κλέφτες στις ραχούλες μας, με τουφέκια και καρδιά.

