
Άδειοι ουρανοί βαραίνουν το νου, φεγγάρι που στάζει ασημένιο καημό. Αστέρια μακρινά, σαν δάκρυα φωτός, αναμνήσεις που αιμορραγούν στο σκοτάδι. Λέξεις δεν βρίσκω, η σιωπή με δένει, το όνομά μου σβήνει σαν καπνός. Σκιές με τυλίγουν, κι η νύχτα με παίρνει, σαν όνειρο που χάνεται στο φως. Καρδιά μου, περίμενε μια λάμψη ελπίδας, σαν πυρκαγιά που φλέγεται στο κενό. Αν χαθώ, θα γίνω ψίθυρος ανέμου, τραγούδι που χάνεται, μα ζει στο αιώνιο. Ω ουρανέ, κράτησε τη λύπη μου, ω χρόνε, γλύκανε τη ζωή μου. Μακριά, μακριά, κι όμως η ψυχή, δρόμο δεν χάνει, φως αναζητεί. Κι όταν η αυγή το σκοτάδι διαλύσει, θα σταθώ στη θάλασσα, γυμνός στο φως. Η σάρκα θα καεί, μα η ευχή θα ανθίσει, σαν άστρο που υψώνεται στο άπειρο. Κι αν η μέρα με βρει σιωπηλό, θα τραγουδώ στον άνεμο. Γιατί ακόμα κι η σιωπή κρύβει μια σπίθα αιώνιας ελπίδας.

