
Γύρισα ένα πρωί στο χωριό, μετά από χρόνια μακρινά. Ο δρόμος ήταν ίδιος κι όμως δεν αναγνώριζα τα βήματά μου. Στην άκρη του μικρού λιμανιού στεκόταν ακόμη η παλιά ελιά. Κι εκεί που έπαιζα παιδί, ο άνεμος μιλούσε σιγανά. Το παλιό σπίτι με περίμενε, με μια πόρτα μισάνοιχτη. Δεν με ρώτησε πού ήμουν, δεν μου ζήτησε να εξηγήσω. Το παλιό σπίτι με περίμενε, κάτω απ' τον ίδιο ουρανό. Κι εγώ κατάλαβα εκείνη τη στιγμή πως κάποια πράγματα μένουν εδώ. Στο δωμάτιο βρήκα ένα τραπέζι, ένα ποτήρι, μια παλιά φωτογραφία. Η μητέρα χαμογελούσε ακόμη, σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα. Άνοιξα το παράθυρο αργά, μπήκε μυρωδιά από τη θάλασσα. Και για λίγο άκουσα τη φωνή της να λέει: «Γύρισες επιτέλους». Το παλιό σπίτι με περίμενε, με μια πόρτα μισάνοιχτη. Δεν με ρώτησε πού ήμουν, δεν μου ζήτησε να εξηγήσω. Το παλιό σπίτι με περίμενε, κάτω απ' τον ίδιο ουρανό. Κι εγώ κατάλαβα εκείνη τη στιγμή πως κάποια πράγματα μένουν εδώ. Δεν γύρισα για να μείνω, ούτε για να γυρίσω τον χρόνο. Γύρισα μόνο για να θυμηθώ ποιος ήμουν πριν γίνω άλλος. Το παλιό σπίτι με περίμενε, και τώρα μπορώ να φύγω. Γιατί ό,τι χάθηκε στον δρόμο δεν χάθηκε όλο μαζί. Το παλιό σπίτι με περίμενε, με τη θάλασσα στο βάθος. Κι όταν έκλεισα την πόρτα, δεν ένιωσα πια μόνος. Ο δρόμος κατέβαινε προς τη θάλασσα. Κι εγώ περπάτησα χωρίς να κοιτάξω πίσω.

