
Δεν είμαι το τέρας που φοβάστε. Είμαι ο παλμός που ανεβαίνει όταν σε αγνοούν, η σπίθα που ανάβει όταν σε μικραίνουν, η φωνή που τρέμει πριν γίνει κραυγή. Με φυλάξατε σε συρτάρια, με είπατε αμάρτημα, με ντύσατε κόκκινη, επικίνδυνη, μα εγώ γεννήθηκα διάφανη. Μπαίνω από τις χαραμάδες όταν κάτι μέσα σου λέει «ως εδώ». Δεν καταστρέφω, υπενθυμίζω. Δεν καίω, φωτίζω ό,τι δεν άντεξες να δεις. Είμαι η ενέργεια που δεν έμαθες να κρατάς, το σώμα που ζητά χώρο, η ψυχή που ζητά δικαιοσύνη. Με φοβάσαι γιατί σε κινώ. Γιατί σε σπρώχνω μπροστά, εκεί που δεν τολμάς να πας νηφάλιος. Γιατί αν με ακούσεις, θα αλλάξεις. Κι η αλλαγή πάντα πονά. Μα εγώ δεν είμαι ο πόνος, είμαι το πέρασμα. Το ρήγμα που ανοίγει για να μπει φως. Κι όσο με κρατάς κλειδωμένη, θα βρίσκω τρόπους να επιστρέφω, σαν ανάσα που δεν χωρά στο στήθος, σαν λέξη που δεν ειπώθηκε ποτέ, σαν βλέμμα που ζητά να σταθείς για λίγο και να δεις τον εαυτό σου χωρίς φόβο. Δεν είμαι η οργή που τρέμεις, είμαι η αλήθεια που απέφυγες. Η κίνηση που περίμενε χρόνια να γίνει βήμα. Η δύναμη που δεν θέλει εκδίκηση, μόνο χώρο να υπάρξει χωρίς να απολογείται. Κι αν με αφήσεις να μιλήσω, θα σου πω μόνο αυτό: μην με πνίγεις. Μην με κάνεις σκιά. Μεταμόρφωσέ με, σε θάρρος, σε όριο, σε δρόμο που ανοίγει εκεί που νόμιζες πως τελειώνεις.

