
Μονάχος περπάτησε στο μονοπάτι της νύχτας, εκεί που οι σκιές δαγκώνουν και οι άνεμοι θρηνούν. Τα αστέρια κρέμονταν σαν ψυχρές πληγές στον ουρανό, μα η σιωπή ήταν πιο βαριά κι από τον θάνατο. Ένα βλέμμα σαν μαχαίρι, ένα χαμόγελο φάντασμα, τρεις ψυχές δεμένες σε αλυσίδες αόρατες. Η αγάπη τους, φωτιά που δεν τόλμησε να καεί, κρυμμένη σε στάχτες, σε λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Χέρια που άγγιξαν σαν φλόγες στο σκοτάδι, γέλια που έσβησαν σαν καπνός στον άνεμο. Κι ύστερα ήρθαν οι λέξεις – μαύρες, κοφτερές να γκρεμίσουν γέφυρες, να σβήσουν όνειρα. Οι αστέρες, ψυχροί μάρτυρες ψηλά, παρακολουθούν σαν θεοί που δεν συγχωρούν. Ψιθυρίζουν μέσα στη νύχτα: «Ακόμα κι οι ουλές μπορούν να ανθίσουν ξανά…» Τρεις καρδιές χτυπούν στην ίδια σιωπή, μέσα σε ανέμους, μέσα σε ψίθυρους ενοχής. Η αγάπη τους, χαμένη στον χρόνο, μα η μοίρα υφαίνει έναν σκοτεινό ρυθμό. Χρόνια σαν ποτάμια χαράζουν πέτρα, ο χρόνος δεν γιατρεύει, μόνο σημαδεύει. Κι ένα γράμμα σκισμένο, ποτισμένο με δάκρυα, τραγουδά ελπίδα μέσα απ’ τα σπασμένα χρόνια.

