
Περπάτησα στ’ αχνάρια της σιωπής, κάθε βήμα φωτιά, κάθε μέρα πληγή. Το ποτάμι κρατούσε όσα δεν μπόρεσα, ιστορίες από χρυσάφι, από στάχτη, από φως. Κι ανοίγει ο τελευταίος ορίζοντας πλατύς, δεν υπάρχουν πια μάχες μέσα μου κρυφές. Υποκλίνομαι στο τέλος, στο χρόνο γυρνώ, με καρδιά χορτασμένη, το ταξίδι ειδικό. Οι ψίθυροι μένουν, γλυκοί στον αέρα, στιγμές που με 'μάθαν να αγαπώ πιο βαθιά. Αφήνω το βάρος, το σκοτάδι περνά, η νύχτα λυγίζει, κι η αυγή ξαναγεννά. Κι ανοίγει ο τελευταίος ορίζοντας πλατύς, δεν υπάρχουν πια μάχες μέσα μου κρυφές. Υποκλίνομαι στο τέλος, στο χρόνο γυρνώ, με καρδιά χορτασμένη, το ταξίδι ειδικό. Κάθε τέλος είναι σπόρος, που φυτρώνει μες στο χώμα. Απ’ τη σιωπή κι απ’ τη βροχή, γεννιέται πάλι η αρχή. Κι ανοίγει ο τελευταίος ορίζοντας φωτεινός, αφήνω το παρελθόν, το καλώ με φωνή. Με καρδιά χορτασμένη, στέκομαι, βλέπω, το τέλος έγινε αιωνιότητα.

