
Για τόσο διάστημα… ζούσα σε συννεφάκι πλάνης, σαν πέπλο που σκέπαζε τον ήλιο μου. Πίστεψα σε λόγια σαν χρυσές κλωστές, μα ήταν ιστός αράχνης που έσπασε στο φως. Πόση απαξίωση χωράει σε μια ψυχή; Σαν ποτάμι που κυλάει και δεν βρίσκει θάλασσα. «Κι αν άξιζε…» γιατί το ψέμα αυτό; Δεν άξιζα αλήθεια, ούτε μια στιγμή. Ίσως βαθιά να τον ευχαριστώ που μας έσωσε από ψεύτικη ζωή. Μα αν άξιζε… γιατί το ψέμα αυτό; Δεν άξιζα ειλικρίνεια, ούτε μια στιγμή. Yπήρχαν τόσες ευκαιρίες να μιλήσει, σαν ανοιχτά παράθυρα σε άδειο σπίτι. Μα διάλεξε σιωπή και να μας αφήσει, σε θέατρο αξιώσεων, με αυλαία από σκιές. Η προσπάθεια έπεσε στο κενό, σαν φύλλο που πέφτει και κανείς δεν το βλέπει. Η εμπιστοσύνη χάθηκε, κι αυτό πονεί. «Ρίξε το όπλο σου και σωριάσου πρηνής…» όταν ακούσεις ανθρώπους. Τώρα θα φύγω με γαλήνη στην ψυχή, σαν καράβι που αφήνει πίσω του θολά νερά. Γιατί αξίζω αλήθεια, όχι ψευτιά, κι η απομάκρυνση είναι η δικιά μου γιατρειά. Αξίζω αλήθεια… όχι ψευτιά… Αξίζω αλήθεια… όχι ψευτιά… Αξίζω αλήθεια… όχι ψευτιά… Αλήθεια… όχι ψευτιά…

