Πήγαινα έτσι απλά με το σώμα μου μόνο σαν να μίλαγε αυτό για μένα, ξες πήγαινα και έλεγα, έλεγα, έλεγα τι φάση να ’σαι άνθρωπος πώς διαλέγεις δρόμο πώς λες “αυτό είναι το βουνό μου” και πας πήγαινα με μάτια πίσω, ναι μάτια στην πλάτη και γύρναγα, γύρναγα, γύρναγα λες και κάτι θα δω αν το κάνω άλλη μια πήγαινα και στους ώμους σαν να ’χα βλέφαρα ανοιχτά ζωγραφισμένα, κολλημένα να μη κλείνουν ποτέ Αχ, θέλω να σε δω να πηγαίνεις αντίθετα πια Αχ, θέλω να σε δω να ανεβαίνεις δικά σου βουνά σε βλέπω και τα μάτια σου λένε “φύγε, φύγε, φύγε” να γίνουν πουλιά, να φύγουν μακριά σε βλέπω και το σώμα σου αλλού αλλού, αλλού, αλλού να πηγαίνει αντίθετα πια πήγαινα με μάτια πίσω πάλι και γύρναγα, γύρναγα χωρίς λόγο, χωρίς λόγο ή ίσως με λόγο που δεν λέγεται πήγαινα και στους ώμους δάκρυα, δάκρυα, δάκρυα σαν ποτάμια ανοιχτά χωρίς stop, χωρίς τίποτα Αχ, θέλω να σε δω να πηγαίνεις αντίθετα πια Αχ, θέλω να σε δω να ανεβαίνεις δικά σου βουνά σε βλέπω και τα μάτια σου ακόμα εκεί να θέλουν, να θέλουν να γίνουν πουλιά σε βλέπω αλλά το σώμα σου… όχι όχι πάει πάλι αντίθετα