Ένα όμορφο πρωί, βγήκα στη γύρα, την πορεία για τη σχολή, τον δρόμο πήρα. Στη σχολή, χαμός, δεν έπεφτε καρφίτσα, είδα την πρώην μου, την άσπλαχνη τη Λίτσα. Με έγραψε κανονικά, σαν να 'μουν μύγα, Μα δεν με εξέπληξε αυτό, αναμενόμενη ήταν αυτή η ξήγα. Αντιπαρερχόμενος, ετούτη την καριόλα, Την προσοχή μου τράβηξε Μια αφίσα του Τσοβόλα. Αρχαίο κειμήλιο, θαύμασα. Δεκαετίες ολόκληρες, άντεξε τη ροή της ιστορίας. Μα η μέρα αυτή, δεν είναι μέρα νοσταλγίας. Είναι ημέρα μιας νέας αναρχίας! Όταν γύρισα το βλέμμα, για την πρώτη τη γραμμή, Στην πύλη εβρισκόσουνα, Σ' αντίκρυσα εκεί. Ήσουν μια οπτασία, με το στόμα αφρισμένο, Απ' τα φώτα που παίζαν Χτυπιόσουν σωριασμένο. Επιληψίας καταληψίας, είσαι ένας θρύλος της αναρχίας, Μες τα σοκάκια της Ομονοίας, Με τα πρεζάκια αληταρίας.