
ΓΥΡΙΣΑ ΟΛΟΚΛΗΡΟΣ
[INTRO – LOW, COLD] Τρεις το πρωί. Βροχή στο τζάμι. Νόμιζαν πως τέλειωσα. Μόλις άρχιζα. [HOOK] Με θέλανε κάτω — μα βγήκα από πάνω, μου κόψαν τον δρόμο — τον χάραξα μόνος. Μάζεψα ό,τι έσπασε, κομμάτι κομμάτι, μετρήσαν το τέλος — μα γύρισα πάλι. Το τέλος που γράψαν το έσβησα μόνος, με σπάσαν στα δύο — γύρισα ολόκληρος. [VERSE 1] Τρεις το πρωί, μες στ’ αμάξι κλεισμένος, η πόλη βουβή κι εγώ παγωμένος. Το μήνυμα έγραφε «μη με ξαναψάξεις», κι η βροχή στο παρμπρίζ έσβηνε τις λέξεις. Στο σπίτι δυο ποτήρια, το ένα μισό, κλειδιά στο τραπέζι, το βλέμμα κενό. Η πόρτα ανοιχτή, μα κανείς στο στενό, κι αυτός που ορκιζόταν έγινε καπνός. Δεν ζήτησα χέρι, δεν είπα «γιατί», μετρούσα τα ψιλά με σβηστή τη φωνή. Κοιμόμουν με ρούχα, ξυπνούσα πρωί, και πάνω σε χαρτιά ξανάχτιζα ζωή. [PRE-HOOK] Δεν έγινα άγιος. Έγινα πάγος. Δεν γύρισα ίδιος. Γύρισα άλλος. [HOOK] Με θέλανε κάτω — μα βγήκα από πάνω, μου κόψαν τον δρόμο — τον χάραξα μόνος. Μάζεψα ό,τι έσπασε, κομμάτι κομμάτι, μετρήσαν το τέλος — μα γύρισα πάλι. Το τέλος που γράψαν το έσβησα μόνος, με σπάσαν στα δύο — γύρισα ολόκληρος. [VERSE 2] Έναν χειμώνα με φώτα σβηστά, το νοίκι στον πάγκο, τα χρέη διπλά. Το ίδιο παλτό και παπούτσια παλιά, μα κάθε μου βήμα πατούσε βαριά. Στο ίδιο στενό που γελούσαν μαζί μου, περνάω κι αμέσως χαμηλώνει η φωνή τους. Δεν θέλω κουβέντες, δεν θέλω επαφή, όποιος έφυγε τότε, ας μείνει εκεί. Τώρα το τηλέφωνο ανάβει ξανά, το ίδιο «συγγνώμη», τα ίδια γνωστά. Το όνομα γράφει, το αφήνω βουβό, κάποιες επιστροφές δεν έχουν σκοπό. [FINAL HOOK] Με θέλανε κάτω — μα βγήκα από πάνω, μου κόψαν τον δρόμο — τον χάραξα μόνος. Μάζεψα ό,τι έσπασε, κομμάτι κομμάτι, μετρήσαν το τέλος — μα γύρισα πάλι. Το τέλος που γράψαν το έσβησα μόνος, με σπάσαν στα δύο — γύρισα ολόκληρος. [OUTRO] Δεν ήξεραν όμως… πως ξέρω να γυρίζω ολόκληρος.

