
[intro organs] Θέλω παράπονα να πω παράπονα να βγάλω εκείνα που με πνίγουνε με στεναγμό μεγάλο Που μου βαραίνουν την καρδιά τη ζήση και τη σκέψη και μου πλακώνουν την ψυχή που δεν μπορεί να αντέξει Χελιδονάκια πτέρονται στο έρμο το μπαλκόνι πού φτερουγίζουν ορφανά χωρίς φωλιά ακόμη Μόνο φωνές ακούγονται και τα φτερά που γνέφουν… στα σύννεφα, και τα ρωτούν πώς ζουν και πώς αντέχουν Μέσα στη σύντομη ζωή που έχουν και ορίζουν …. πώς προλαβαίνουν με βροχή τον κόσμο να ποτίζουν Κι ύστερα πώς διαλύονται στη σύντομη ζωή τους και πως προφταίνουν τον σκοπό να κάνουν προσευχή τους. Να δώσουν ύδωρ και ζωή σε μας τους διψασμένους πού τα κοιτάμε από τη γη σαν τους ερωτευμένους Πόσο θα ήθελα κι εγώ σε σύννεφο κρυμμένος να σε κοιτάζω από ψηλά και να ‘μαι αναπλεμένος Κι αφού σε δω και με χαρά τα χείλη σου ποτίσω να διαλυθώ και ύστερα να σ’ αποχαιρετίσω.… Ποτέ να μη με ξαναδείς ποτέ μη μ' ανταμώσεις μες στην ομίχλη να χαθείς και να ριζοβλαστώσεις Και σαν και ‘κείνη διαλυθεί μόνο χαρές να έχεις και να θυμάσαι τη βροχή που σού ‘δωσα να αντέχεις Κείνο το βρόχινο νερό μέσα από την ψυχή μου να σου ποτίσω τους καημούς να διαλυθούν μαζί μου.

