
Περπάτησα σε δρόμους σκοτεινούς, με φως που έσβηνε σαν πληγωμένος ήλιος. Ρώτησα τον άνεμο ποιος είμαι, κι εκείνος μ’ έστειλε στα βάθη μου. Κι αν χαθώ, θα βρω ξανά το φως, μέσα στη νύχτα κρύβεται ο σκοπός. Μα η σιωπή μου ουρλιάζει δυνατά, σαν θάλασσα που πνίγει τη στεριά. Ψάχνω τον εαυτό μου στη σιωπή, στ’ όνειρο που χάνεται πριν φανεί. Μια φλόγα μέσα μου ζητά να ζει, κι εγώ μαθαίνω πώς να μην καώ. Ψάχνω τον εαυτό μου στη σιωπή… Μια φλόγα μέσα μου ζητά να ζει… Κι εγώ μαθαίνω πώς να μην καώ… Σκιές και φως χορεύουν στη ψυχή, σαν ματωμένα πέπλα στη βροχή. Δεν είναι τέλος, είναι αρχή, μια πορεία που δεν σταματά ποτέ. Ο εαυτός μου είναι δρόμος ανοιχτός, μια φλόγα που δεν σβήνει, δυνατός. Κι αν χαθώ, θα βρω ξανά το φως, μέσα στη νύχτα κρύβεται ο σκοπός. Ψάχνω τον εαυτό μου στη σιωπή, στ’ όνειρο που χάνεται πριν φανεί. Μια φλόγα μέσα μου ζητά να ζει, κι εγώ μαθαίνω πώς να μην καώ. «Κι εγώ μαθαίνω πώς να μην καώ…»

