
Ναυάγησα στην ξέρα της ψυχής σαν ένας άλλος Ροβινσώνας Κρούσος, εσύ καράβι που άργησες να ’ρθεις χωρίς πανιά… τι σάλπαρες να βρεις; Συνήθισα τα ατέρμονα τα πλάτη, της θάλασσας τα απέραντα τα βάθη… νησιά από κοράλλια γεννημένα...είναι τα δυο μου μάτια γινόμενα. Αντέχω να παλεύω μόνος χρόνια να μην προσμένω ουρανό γλυκό,...μα χιόνια!... να μην κοιμάμαι σε διπλά σατέν σεντόνια, μα σε κρεβάτι από άχυρα…βελόνια! Και τώρα σάλπαρες και είπες πως θα έρθεις, σε περιμένω και ξομπλιάζω μύχιες σκέψεις, μα τα πανιά σου και την ρότα σου αλλάζεις… ξανά μου φεύγεις μακρυά...κι αναστενάζεις!!!

