
Μέτρησα τις μέρες με το αίμα, με το άδικο που κλείδωσα βαθιά. Έγινα ο τοίχος και το βέλος, έγινα η νύχτα και η φωτιά. Περπάτησα σε δρόμους δίχως όνομα, με μια σιωπή δεμένη στο λαιμό. Κουβάλησα τον κόσμο σαν κατάρα, μα έμαθα να πέφτω και να ζώ. Και τώρα, κοίτα τα χέρια μου, δεν κρατούν πια τίποτα. Ό,τι ήταν να καεί, κάηκε, ό,τι ήταν να ζήσει, ζει. Κι όσοι με είδαν να λυγίζω, νόμιζαν πως τέλειωσε η φωνή. Μα κάθε ράγισμα στο σώμα άνοιγε μέσα μου μια νέα αρχή. Άφησα πίσω τις φωνές του φόβου, τα πρόσωπα που έγιναν σκιά. Κι όσα ζητούσαν να με σπάσουν, έγιναν πέτρες για να χτίσω φτερά. Και τώρα, κοίτα τα χέρια μου, δεν κρατούν πια τίποτα. Ό,τι ήταν να καεί, κάηκε, ό,τι ήταν να ζήσει, ζει. Γύρισα μόνος εκεί που πονούσα, χωρίς θυμό, χωρίς γιατί. Γιατί η αγάπη όταν πεθαίνει, ή γίνεται στάχτη ή προσευχή. Και τώρα, κοίτα τα μάτια μου, δεν φοβούνται το σκοτάδι πια. Γιατί όποιος περπάτησε τη στάχτη, μαθαίνει να γεννιέται απ’ τη φωτιά. Και τώρα, κοίτα τα χέρια μου, δεν κρατούν πια τίποτα. Ό,τι ήταν να καεί, κάηκε, ό,τι ήταν να ζήσει, ζει. Δεν έχω πια στρατό να πολεμήσω, τα όπλα μου τα χάρισα στο χώμα. Συγχώρεσα τον χρόνο που με πήρε, συγχώρεσα και το δικό μου στόμα. Ό,τι αγάπησα δεν χάθηκε, μονάχα άλλαξε μορφή και ουρανό. Κάπου εδώ τελειώνουν οι λέξεις. Εδώ που η ανάσα γίνεται φως, εδώ που δεν υπάρχει πια «μετά». Και κοίτα... Το τέλος έγινε αιωνιότητα.

