
ΒΙΤΡΙΝΑ final (1.12x) (Edit)
[Verse 1] Μπαίνει και παγώνει ο αέρας μες στο μαγαζί, σαν να ’φερε μαζί του χειμώνα και σιωπή. Μαύρο παλτό, λευκό πουκάμισο, καπνός στον γιακά, και βλέμμα που σου λέει: «Μη ρωτάς πολλά». Το γέλιο του κοφτό, σαν σπασμένο γυαλί, το βήμα του βαρύ, σαν απειλή στη γη. Οι άλλοι τον κοιτάζουν λες και είναι από ατσάλι, μα κάτω απ’ το δέρμα του ουρλιάζει κάτι άλλο πάλι. Στο τραπέζι ανάβουν σπίρτα, στα ποτήρια στάζει νύχτα, και γυναίκες τον διαβάζουν σαν ακριβή συνήθεια. Μα ό,τι αγγίζει δεν το νιώθει, ό,τι φιλά δεν το κρατά, μόνο παίζει τον θεό εκεί που μέσα του πονά. [Pre-Chorus] Κάνει τον βράχο, κάνει τον λύκο, κάνει πως τίποτα δεν τον άγγιξε λίγο. Μα όταν σωπαίνουν τα φώτα κι οι φωνές, μένει ένας ξένος μες στις ίδιες πληγές. [Chorus] Είναι βιτρίνα, γυαλί και φως, χρυσός απ’ έξω, από μέσα γκρεμός. Λέει «δεν σπάω», μα σπάει σιγά, κάθε χάραμα μόνος ξανά. Είναι βιτρίνα, κορμί και καπνός, στα χείλη φωτιά, στην ψυχή του χαμός. Κι όσοι τον βλέπουν τον λένε θεό, Κι όσοι τον βλέπουν τον λένε θεό, μα μέσα του πέφτει ο ουρανός. [Verse 2] Στης πολυκατοικίας το ασανσέρ σκύβει το κεφάλι, εκεί δεν έχει μουσική ούτε χειροκρότημα πάλι. Το κλειδί γυρίζει αργά, λες και φοβάται την κλειδαριά, κι η πόρτα ανοίγει σ’ ένα σπίτι χωρίς αγκαλιά. Ένα σακάκι στην καρέκλα, δυο σκιές στον τοίχο, ένα ποτήρι μισογεμάτο και μια ζωή χωρίς ήχο. Η τηλεόραση ανοιχτή να παίζει για τους άλλους, μα αυτός δεν βλέπει τίποτα, μονάχα τους δικούς του βάλτους. Σκύβει στον νιπτήρα, ρίχνει νερό στο πρόσωπό του, μα η νύχτα δεν ξεπλένεται απ’ το βάθος του λαιμού του. Κι εκεί που όλοι τον νομίζουν από πέτρα και μαχαίρι, είναι παιδί που μεγάλωσε χωρίς να βρει ένα χέρι. [Pre-Chorus] Κάνει τον άντρα που δεν ζητάει, που δεν λυγίζει, που δεν χρωστάει. Μα έχει μια τρύπα βαθιά στο στήθος, κι ό,τι κι αν ρίξει μέσα, γυρνάει πίσω. [Chorus] Είναι βιτρίνα, γυαλί και φως, Είναι βιτρίνα, γυαλί και φως, χρυσός απ’ έξω, από μέσα γκρεμός. Λέει «δεν σπάω», μα σπάει σιγά, κάθε χάραμα μόνος ξανά. Είναι βιτρίνα, κορμί και καπνός, στα χείλη φωτιά, στην ψυχή του χαμός. Κι όσοι τον βλέπουν τον λένε θεό, μα μέσα του πέφτει ο ουρανό[Bridge] Κι όταν μένει μόνος μπροστά στον καθρέφτη, δεν βλέπει θρίαμβο, μα κάτι που πέφτει. Δεν είναι μύθος, δεν είναι θεριό, είναι ένα σώμα που ζει μες στο κενό. Ένα παιδί με τα δόντια σφιγμένα, που φόρεσε νύχτα να κρύψει το αίμα. Ένας «βασιλιάς» χωρίς βασίλειο, που όλο ανεβαίνει και μέσα του χάνει το έδαφος. [Final Chorus] Είναι βιτρίνα, τοίχος και φως, όλο ατσάλι, μα μέσα λυγμός. Λέει «δεν πέφτω», μα πέφτει κρυφά, πριν καν τον ρίξει του κόσμου η ματιά. Είναι βιτρίνα, καπνός και γυαλί, Είναι βιτρίνα, καπνός και γυαλί, μια άδεια αυτοκρατορία με βλέμμα σκληρό. Κι αν μια νύχτα τον δεις να σωπαίνει, να ξέρεις: είχε πεθάνει από μέσα πολύ πιο νωρίς.

