
Με πιάνει το παράπονο όντε θυμούμαι Κρήτη Ετότε σάς που ήβγαινα Πάνω εις τον Ψηλορείτη Και ξάνοιγα από ψηλά Τσι κάμπους τα φαράγγια τσι ακριβούς χρυσαετούς Και τα πετρογεράκια Εκειά π’ αγνάντευε η ψυχή Κί ‘φευγε το μυαλό μου Και πάντιε τσι αστερισμούς Και τον Δημιουργό μου Εκειά που η γλυκιά Αυγή Η του Θεού η κόρη Εφίλιε τ άλλα τα βουνά Και τα Αστερούσια Όρη Εκειά που αναπλέκονταν Και υφαίνανε τα νέφη Λευκές μορφές μεταξωτές Και μού ‘φτιαχναν το κέφι Αναστορούμαι και λυγώ Πως πέρασαν τα έτη Και προσπαθώ να συβαστώ Να κάμω Χαερέτι Αναστορούμαι που και που Και εις το μυαλό μου βάνω Τση Κρήτης μας τσι ομορφιές Τον πόνο μου να γιάνω

