Πεινούσα μες στον ύπνο μου κι όλο το βράδυ οι πεθαμένες μου αδελφές με τ'αιζαν αλάτι ύστερα μ΄έπιασε μια δίψα αφόρητη στέγνωσε το λαρύγγι μου <<όποιος νερό θα σου προσφέρει – μου ψιθύρισαν – στο πρόσωπο μην τον κοιτάξεις αν θέλεις να ξυπνήσεις>> αλαφιασμένος κατέβηκα στην αυλή το πηγάδι μας ήταν σφραγισμένο πάνω του καθόταν γυμνή μια άγνωστη γυναίκα απ΄τις θηλές της έτρεχε δροσερό νερό την κοίταξα στο πρόσωπο δεν είχε μάτια μόνο δυο κέρματα ασημένια. Ξεδίψασα, όμος πεινούσα πάλι κι όλο το βράδυ οι πεθαμένες μου α