
Μία μαύρη τρύπα αντίκρισα σε μια κοιλάδα με αίμα, το βάθος της αμέτρητο δεν είχε ορισθεί… μαύρα πουλιά πετούσανε από πάνω μανιασμένα, κι ολούθε εσκορπίζανε του Χάρου τη βουή!!! Ο θάνατος καθότανε στο θρόνο του χαιρόταν, ο κουρνιαχτός απλώνονταν κι ο μαύρος συρφετός... ο ουρανός πνιγότανε στις φλόγες... και τα αστέρια… καιγότανε... κι ανέβαινε στη γη ο πυρετός!!! Στη σκοτεινή κοιλάδα, οι φλόγες σβήνουν, Τα μάτια μας κοιτούν, μα δεν βρίσκουμε το φως, το αίμα αχνίζει ακόμα, μα εμείς υπάρχουμε... για λίγο...ακόμα…βουβοί... να περιμένουμε αμέτοχοι!!!

