
Στη γη τη μεγάλη Οθωμανιάς, γεωργοί και κτηνοτρόφοι ζούσαν μετά χαράς. Στις αγορές πουλούσανε ό,τι τους περισσεύει, κι αν έβγαιναν στα ξένα, το κέρδος περισσεύει. Μα οι ανακαλύψεις άνοιξαν νέους δρόμους, κι οι έμποροι της Δύσης πια αλλάξανε τους νόμους. Δεν περνούσαν πια απ’ τα δικά της τα εδάφη, κι έτσι η αυτοκρατορία έπεφτε σε λάθη. Τα έσοδα λιγόστεψαν, κι οι Έλληνες μπροστά, πήραν τα πηδάλια, με τέχνη και καρδιά. Έτσι χτίσαν στόλο εμπορικό, λαμπρό και δυνατό, που αργότερα στον πόλεμο έγινε ναυτικό. Το 1774, Κιουτσούκ Καϊναρτζή, υπέγραψαν με Ρώσους, του Σουλτάνου τη ντροπή. Με ρώσικη σημαία πλέαν πια τα ελληνικά καράβια, φόρους δεν πληρώναν, μα φουσκώνανε τα χράμια. Απ’ το εμπόριο ήρθανε πλούτος και αντρειοσύνη, κι η θάλασσα για τους Έλληνες έγινε πάλι μνήμη. Κι όταν ήρθε η Επανάσταση, σαλπάρανε με πάθος, τα πλοία τους πολέμησαν για λευτεριά και λάμπος.

