
Περπάτησα σε δρόμους που δεν βγάζαν πουθενά, είχα σκιές για συντροφιά και την καρδιά βαριά. Κράτησα πόνο και πληγή, κράτησα τη φωτιά, μα η φωτιά με έκαιγε — δεν μού ’δινε φτερά. Δεν θέλω πια να εξηγώ, ούτε να πολεμάω, μονάχα ελαφρύ σακί στους ώμους να βαστάω. Δεν θέλω πια να κρύβομαι, δε θέλω ιστορίες, να έχω βήμα σταθερό, στις νέες μου πορείες. Κανείς δεσμός δε με κρατά, κανένα πάθος, για νέα ταξίδια, βρίσκω το θάρρος. Αφήνω πίσω τα παλιά — τα βάρη που κρατούσα, τις νύχτες τις ατέλειωτες που μόνος περπατούσα. Μέσα μου ρέει πια φωτιά- όχι από οργή ή φόβο - μιά ήσυχη αναπνοή σ’ έναν καινούργιο δρόμο. Κανείς δεσμός δε με κρατά, κανένα πάθος, στο νέο ταξίδι, βρήκα το θάρρος. Τώρα ό,τι κι αν ήμουν χάθηκε, το πήρε ο αέρας, είμαι το φως που πρόβαλε, στη γέννηση της μέρας. Δεν με ορίζει πια το χθες — το πήρε το σκοτάδι, είμαι η αυγή που ξύπνησε, χωρίς παλιό σημάδι. Τα άφησα όλα πίσω πια - Δεν κοιτώ την πληγή. Τα άφησα όλα πίσω πια, για μια καινούργια αρχή. Κανείς δεσμός δε με κρατά, κανένα πάθος, για νέα ταξίδια, είμαι ο φάρος. Κανένας δεσμός - κανένα πάθος Κανένας δεσμός - κανένα πάθος Κανένας δεσμός - κανένα πάθος για νέα ταξίδια, είμαι ο φάρος...

