
Τα χρυσά σου μαλλιά σαν του ήλιου τη φλόγα ρίχνουν φως απαλά στο φορεματάκι ακόμα· μες στο φόρεμα λικνίζεται το κορμί σου λεπτό, σαν σε ρόδο διαμάντι που στάζει λαμπρό. Τα μάτια σου — της θάλασσας βάθος που λάμπει, σε ουρανό και γη όμοιό τους δεν θα ’βρει κανείς· κι αν εμένα κοιτάξεις, τα κλείνεις σιγά, για το φως τους θα έδινα τη ζωή μου μετά. Η ψυχή σου σαν φως φεγγαριού μες στη νύχτα, νανουρίζεται ήσυχα στου πελάγου τη λίκνα· μα για μένα τα σύννεφα την κρύβουν βαριά, κι όταν την περιμένω — χάνεται, βγαίνει η αυγή ξανά. Η καρδιά σου; Αχ! την καρδιά σου δεν βρίσκω εγώ, είναι αυτός ο δικός μου θλιμμένος χαμός· θα σε έσπαγα — μα δέσμια τα χέρια κρατώ, για σένα πεθαίνω, καρδιά δεν έχεις, πονώ.

