
Όσο η σιωπή βαραίνει, η καρδιά βαθιά πεθαίνει, σαν δέντρο γυμνό στη γη, που η ρίζα του σαπίζει στη βροχή. Στο βάθος της νύχτας σκιές, υφαίνουν δεσμά και φωνές, που χάθηκαν μέσα στο κενό, κι η ελπίδα μοιάζει όνειρο νεκρό. Η αυγή αργεί να φανεί, το σκοτάδι πνίγει τη γη, μα αν σηκώσεις το βλέμμα ψηλά, ένα αστέρι θα καεί στη νυχτιά. Κι εκεί αρχίζει η πάλη σκληρή, με νύχια και κραυγές στη σιωπή, να σκίσεις το πέπλο του σκότους βαθιά, πριν σε καταπιεί η λήθη ξανά. Κι όταν το φως ξεσπάσει ξανά, θα σβήσει κάθε μαύρη σκιά, η νύχτα θα γίνει στάχτη στη γη, κι η ψυχή θα βρει ξανά φτερά να πετάει.

