
Σιωπή που ουρλιάζει μέσα μου, το φως πεθαίνει πίσω απ’ τις κουρτίνες. Στο δωμάτιο οι τοίχοι κλείνουν, σαν να θέλουν να με θάψουν ζωντανό. Η σιωπή στάζει από το ταβάνι, και κάθε σταγόνα είναι κραυγή που δεν ακούγεται. Το φως του φεγγαριού είναι ψεύτης, φοράει μάσκα για να κρύψει το κενό. Κι εγώ μετράω τις ανάσες μου, σαν να είναι οι τελευταίες πριν χαθώ. Κι αν φωνάξω, ποιος θα μ’ ακούσει; Η νύχτα πνίγει κάθε ήχο μου. Μια καρδιά που στάζει σκοτάδι, κι ένα δάκρυ που δεν βρίσκει γη. Οι σκιές περνούν σαν φαντάσματα, μου ψιθυρίζουν λόγια που δεν καταλαβαίνω. Ίσως να είναι το όνομά μου, ίσως να είναι η τελευταία προσευχή. Δεν υπάρχει αύριο, μόνο νύχτα, κι αυτή η νύχτα δεν τελειώνει ποτέ. Αν φύγω τώρα, ποιος θα θυμηθεί πως υπήρξα εδώ; Το πάτωμα μυρίζει παλιές πληγές, κι οι σκέψεις μου γίνονται μαχαίρια. Κάθε όνειρο είναι μια κηδεία, κάθε ανάσα μια υπόσχεση που σπάει. Κι αν φωνάξω, ποιος θα μ’ ακούσει; Η νύχτα πνίγει κάθε ήχο μου. Μια καρδιά που στάζει σκοτάδι, κι ένα δάκρυ που δεν βρίσκει γη. Μόνο σκιές… μόνο σκιές… Κι εγώ μαζί τους, χωρίς φως, χωρίς φωνή, χωρίς αύριο.

