
Σε μία κοιλάδα κείτονταν σώματα ματωμένα, κορμιά σφαγμένα... νήπιια στα αίματα βαμμένα! Τα όρνεα τα ζύγωναν να βγάλουν τους τα μάτια, να τους γευτούνε τα έντερα... να σκίσουν τα κομμάτια! Ερχόντουσαν τα ερπετά να πιουν να ξεδιψάσουν τη γλώσσα τους στο αίμα τους να χώσουν... να παφλάσουν! Ποια μάνα σας εγέννησε, μιάσματα αγύρτες... ποιος διάολος σας άνοιξε της κόλασης τους σύρτες; Σκοτώνετε και σφάζετε γυναίκες και μωράκια, άντρες,γερόντια, κοπελιές, αμούστακα παιδάκια! Μαχαίρι μαυρομάνικο να σκίσει την καρδιά σας, να ξεκληρίσει την φατριά, την ποταπή γενιά σας! Αφού εσείς δεν σέβεστε, ζωή και ανθρώπου πόνο, στον διάολο να σέρνεστε αέναα στον χρόνο!

