
Η προδοσία τείχος αδιαπέραστο, σκιά που πνίγει τον ουρανό. Μα η επιμονή, σφαίρα φωτεινή, σπάει το ψέμα, ανοίγει δρόμο. Ο χρόνος περνά κι η φωνή μένει μέσα μου. Δεν φωνάζει πια, δεν ζητά απαντήσεις. Κι απ’ ό,τι έσπασε κάτι έμεινε όρθιο. Εκεί στέκεται η ψυχή. Σιωπές βαριές, σαν πέτρινο ποτάμι, δεσμά που σπάνε με κραυγή. Η ελπίδα φλέβα, φωτιά που κυλάει, και φέρνει φως στην καταστροφή. Ο χρόνος περνά κι η φωνή μένει μέσα μου. Δεν φωνάζει πια, δεν ζητά απαντήσεις. Κι απ’ ό,τι έσπασε κάτι έμεινε όρθιο. Εκεί στέκεται η ψυχή. Μέσα στο χάος, μια σπίθα ζωντανή, σπάει το τείχος, ανοίγει γη. Κι η φωνή μου γίνεται αστραπή, σκορπάει το σκότος, φέρνει αυγή. Ο χρόνος περνά κι η φωνή μένει μέσα μου. Δεν φωνάζει πια, δεν ζητά απαντήσεις. Κι απ’ ό,τι έσπασε κάτι έμεινε όρθιο. Εκεί στέκεται η ψυχή…

