
Το πρωί ανοίγει η πόρτα, μοσχοβολάει ο καφές, η γειτόνισσα φωνάζει, «Καλημέρα, τι κάνεις, πες!» Στο μπαλκόνι δυο βασιλικοί, ρούχα πάνω στο σκοινί, κι η μέρα βρίσκει τον ρυθμό της με μια σκούπα στο πλακάκι. Έλα, κάτσε πλάι μου, να μοιραστούμε τη χαρά, ένα πιάτο, δυο κουβέντες, κι ας αργήσει η δουλειά. Έλα, κάτσε πλάι μου, μη βιάζεσαι το αύριο, η ζωή χωράει ολόκληρη σ’ ένα μικρό τραπέζι. Στο φούρνο παίρνω ψωμάκι, στο περίπτερο νερό, ο ψαράς γελάει δυνατά, «Πάρε κάτι φρέσκο εδώ!» Το μεσημέρι πέφτει ήσυχα, με ντομάτα και τυρί, κι ένα παιδί κυνηγάει μια μπάλα στην αυλή. Έλα, κάτσε πλάι μου, να μοιραστούμε τη χαρά, ένα πιάτο, δυο κουβέντες, κι ας αργήσει η δουλειά. Έλα, κάτσε πλάι μου, μη βιάζεσαι το αύριο, η ζωή χωράει ολόκληρη σ’ ένα μικρό τραπέζι. Το απόγευμα στο λιμάνι, παγάκι μες στο ποτήρι, οι φίλοι λένε τα νέα τους και περνάει το καλοκαίρι. Κάποιος στρώνει το τραπέζι, κάποιος φέρνει το κρασί, κι όταν ανάψουν τα φώτα, η παρέα τραγουδεί. Κι αν η μέρα ήταν μεγάλη, κι αν κουράστηκαν τα χέρια, μια αγκαλιά στην πόρτα φτάνει για να φύγουν τα βαριά. Έλα, κάτσε πλάι μου, να μοιραστούμε τη χαρά, με ψωμί, ελιές και γέλιο, ως να ξημερώσει ξανά. Έλα, κάτσε πλάι μου, μη βιάζεσαι το αύριο, η Ελλάδα είναι οι άνθρωποι, το σπίτι και η παρέα. Καληνύχτα στο μπαλκόνι, καλημέρα στην καρδιά, κάθε μέρα έχει τραγούδι αν τη ζήσεις απλά.

